Προφορική Λογοτεχνία

Η συγκρότηση, κωδικοποίηση, σύνθεση, αναπαραγωγή και μεταβίβαση των διαφόρων ειδών του προφορικού πολιτισμού, μέσω της άμεσης επικοινωνίας ενίσχυε το συλλογικό ήθος της κοινότητας και των κοινοβιακών αξιών, καθιστώντας τον ένα από τα βασικότερα διακριτικά γνωρίσματα της παράδοσης.
Με συστατικά χαρακτηριστικά τον αυτοσχεδιασμό, την ευρηματικότητα, την ανανέωση και την προσωπική ανασύνθεση των έργων από τον εκάστοτε αφηγητή, η προφορική παράδοση εντασσόμενη στο πλαίσιο της πραγματικότητας, διαμορφώνεται και αλλάζει μαζί της.
Η έλευση του γραπτού και του τυπογραφικού πολιτισμού, αποτελώντας ουσιαστικά τεχνολογική εξέλιξη, προήγαγε την ατομικότητα, την αποσυλλογικοποίηση και την εμπορευματοποίηση, επιφέροντας εξασθένηση και σταδιακή κατάργηση αρκετών ειδών της προφορικής λογοτεχνίας, αλλά και επιβίωση άλλων, αυτούσιων ή προσαρμοσμένων στις ανάγκες της σύγχρονης αστικής ζωής. Παρά ταύτα, η καταγραφή και η μελέτη τους, συνεισέφερε τόσο στην διάσωση και στην αισθητική ανάλυσή τους, όσο και στην κατανόηση του πλαισίου μέσα στο οποίο παρήχθησαν και μεταφέρθηκαν.
Ως «προφορική λογοτεχνία» ορίζεται κάθε εκφραζόμενη χωρίς τη χρήση του γραπτού λόγου δημιουργία, η οποία μέχρι και την καταγραφή της, μεταβιβαζόταν από τη μία γενιά στην άλλη, μέσω ομιλίας, απαγγελίας, τραγουδίσματος κ.λπ., αποτελώντας ουσιαστικά υποδιαίρεση της αενάως διαμορφούμενης προφορικής παράδοσης.
Κατέχοντας καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού συνόλου και στη διατήρηση της συνοχής του, ο προφορικός λόγος χρησιμοποιούνταν με στόχο την ενημέρωση, την εκπαίδευση, την ψυχαγωγία, αλλά και την εμφύσηση της ιστορικής συνείδησης στα μέλη της κοινότητας.
Στα είδη του, εντάσσονται παραμύθια, δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, ξόρκια, ευχές/κατάρες, αινίγματα, μύθοι κ.ά. Είδος του αποτελούν και οι εκφραστικές κινήσεις που συνήθως συνοδεύουν τον λόγο συνθέτοντας το ύφος του, και εκφράζοντας την σχέση του κειμένου με τον αφηγητή, ο οποίος επιστρατεύει τη φωνή αλλά και το σώμα του, με χειρονομίες, γκριμάτσες, παύσεις κ.λπ., ή/και με χορευτικές κινήσεις στις περιπτώσεις των τραγουδιών.
Με ερείσματα τη συλλογικότητα, την αυτοελεγχόμενη έκφραση και την ενεργή κοινοτική συμμετοχή, και με βασικό εργαλείο αναμετάδοσης τη γλώσσα, η προφορική λογοτεχνία εκπλήρωνε την ανάγκη έκφρασης των πόθων, των αναγκών και της αντίληψης, για τη φύση και την κοινωνική θέση, των ανθρώπων των αγροτικών κοινωνιών.
Εκτός από μέσο επικοινωνίας μεταξύ των κοινοτικών μελών, η προφορική λογοτεχνία αποτελούσε κοινό εκφραστικό κώδικα μεταβίβασης μηνυμάτων (ακόμα κι αν αυτός είναι σύνθετος με δάνεια από αλλοεθνή ή λόγια γλώσσα, ιδιώματα, εκφράσεις υποομάδων κ.ά.). Τα κείμενα αναμεταδίδονταν στο κοινό του πολιτισμού που τα παρήγαγε, ελαχίστως και βραδέως διαφοροποιούμενα, αλλά καθώς τα αναλλοίωτα μηνύματά τους αφορούσαν σε οικουμενικά ζητήματα, μεταφέρονταν και προσαρμόζονταν στα δεδομένα και «ξένων» κοινοτήτων, ενώ οι θεματικοί πυρήνες συχνά «μετακινούνταν» από το ένα είδος της προφορικής λογοτεχνίας, στο άλλο, ανταλλάσσοντας μοτίβα.
Την μεταφορά των μηνυμάτων και της γνώσης ακολουθούσαν συγκεκριμένες ειδολογικές αρχές που αφορούσαν στον χρόνο και στον χώρο της αφήγησης, στον αναλόγως περίστασης και περιεχομένου διαχωρισμό σε ομάδες των αποδεκτών, και στον καταμερισμό του ρεπερτορίου κατά φύλο, επάγγελμα κ.ά. Οι αποδέκτες αναδημιουργούσαν τα ακούσματά τους, πλαισιώνοντάς τα με ερεθίσματα και επιρροές του περιβάλλοντός τους, και ταυτοχρόνως το ίδιο το κείμενο μεταφέροντας τις αποτυπωμένες αντιλήψεις και τα πρότυπα, επηρέαζε το κοινωνικό περιβάλλον.
Ως κοιτίδα μεταφοράς της γνώσης, η προφορική παράδοση, απαιτούσε αφομοίωση του κοινωνικο-ηθικού ή/και πρακτικού περιεχομένου, επομένως ανάπτυξη της μαθησιακής ικανότητας, αφηγητών και αποδεκτών, προκειμένου να συγκρατήσουν τα ουσιαστικά σημεία του εκάστοτε κειμένου. Μέσω της προφορικότητας προσδιορίζονταν εκτός από τη φύση του του λόγου και του έργου, η ίδια η δυναμική, διαπλαστική ανθρώπινη μνήμη.
Για παράδειγμα ένας καραγκιοζοπαίχτης δεν αποστηθίζει το κείμενο, παρά μόνο το θέμα, την πλοκή και κάποιους λεκτικούς συνδυασμούς των παραστάσεών του, τα οποία χρησιμοποιεί για να αυτοσχεδιάσει όπως θα έκανε ένας ομηρικός ραψωδός.
Αποτελώντας εφήμερη κοινοτική δραστηριότητα, τα προφορικά λογοτεχνικά κείμενα, ενθάρρυναν την αναδημιουργία, την ασυνείδητη δομή και τις συλλογικές αναπαραστάσεις, με δεδομένες την κοινοκτημοσύνη, την ενθύμηση, την παραλλαγή, τη διάδοση, και την εμμονή στην παράδοση.
Τα προφορικά κείμενα, κινούμενα σε ευρύ πεδίο σύνθετων και «επεξεργασμένων» μορφών του λόγου, παρέμειναν ίδια, παρότι διαρκώς παραλλάσσονταν κατά την αναπαραγωγή τους, «χάνοντας» τον αρχικό δημιουργό τους, ενώ δεν βασιζόταν στην επινόηση νέων ιστοριών, αλλά στον εμπλουτισμό των παλαιότερων.
Ο αφηγητής, αντλώντας από την παράδοση σταθερά αλλά ευλύγιστα σχήματα, ανέπτυσσε νέες ιδέες, έτσι ώστε ο κάθε μύθος να υπόκειται σε αναρίθμητες παραλλαγές και εμφανιζόμενος σε διάφορες εκδοχές, να καταλήγει σε διάφορες εκβάσεις. Αναλόγως δε των αντιδράσεων του εκάστοτε κοινού, οι παραλλαγές μπορούσαν να γίνουν τόσο εκτενείς ώστε να αλληλλεπιδράσουν με άλλον, ή ακόμα και να «γεννήσουν» έναν νέο μύθο.
Παρότι κάθε «παράσταση» του ίδιου έργου διέφερε από τις προγενέστερες, ακόμα κι αν παρουσιαζόταν από το ίδιο άτομο, η πολυμορφία και οι ατομικοί νεωτερισμοί ενσωματώνονταν, εναρμονίζονταν, και αφομοιώνονταν στην ταυτότητα, στους κώδικες και στη σταθερή ουσία της παράδοσης, χωρίς να διασπούν την ενότητα και τη συνέχειά της.
Κατά συνέπεια η αναζήτηση του πρωτοτύπου με το σκεπτικό του γραπτού πολιτισμού, και η αποκατάσταση της «αλυσίδας» της προφορικής δημιουργίας, είναι μάταιη, καθώς η εξέλιξη και ο εμπλουτισμός των δημιουργημάτων καθιστά χαλαρή τη σχέση τους με το «πρωτότυπο», ενώ η έλλειψη πρωτογενούς γραπτού κειμένου και οι διαρκείς «αλλοιώσεις» του, θα μπορούσαν να θεωρηθούν «γνησιότερος» λόγος από τον αρχικό.
Πηγή: mnimesellinismou.com
Δείτε περισσότερα "Φιλοσοφία και Λογοτεχνία": https://eduadvisor.gr/index.php/arthra/taxidia